ύλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ίλη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ύλη οι ύλες
      γενική της ύλης των υλών
    αιτιατική την ύλη τις ύλες
     κλητική ύλη ύλες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ύλη < αρχαία ελληνική ὕλη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.li/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ύλη θηλυκό

  1. η ουσία από την οποία αποτελούνται όλα τα σώματα. Διαθέτει φυσικές και χημικές ιδιότητες, αποτελείται από μικροσκοπικά σωματίδια και μπορεί να βρίσκεται σε στερεή, υγρή ή αέρια μορφή
    οργανική / ανόργανη ύλη
  2. καθετί που έχει μάζα, όγκο και βάρος και το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις
  3. η ουσία κατασκευής κάποιου πράγματος
    ξύλινη / μεταλλική ύλη
  4. κάθετι που φθείρεται και χρησιμοποιείται για να παραχθεί κάτι άλλο
    καύσιμη ύλη
  5. το περιεχόμενο ενός βιβλίου, μιας εφημερίδας, ενός εντύπου
    περιοδικό με πλούσια ύλη
  6. το γνωστικό αντικείμενο που περιλαμβάνει ένα μάθημα
    εξεταστέα / διδαχθείσα ύλη
  7. το αντικείμενο για το οποίο είναι κάποιος αρμόδιος
  8. καθετί που εκκρίνει το σώμα φυσιολογικά ή παθολογικά
  9. τα υλικά αγαθά, οι απολαύσεις του φαγητού, του ποτού κ.λπ. (σε αντίθεση με τις πνευματικές απολαύσεις}
    το κυνήγι της ύλης απασχολεί τον σύγχρονο άνθρωπο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • γραφική ύλη : οτιδήποτε είναι απαραίτητο για την γραφή ή την εξυπηρετεί
  • διδακτέα ύλη
  • εφ' όλης της ύλης : στα πάντα
  • καθ' ύλην αρμόδιος : ο αρμόδιος για ένα θέμα
  • καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο : το δικαστήριο που έχει την αρμοδιότητα να εκδικάζει μια υπόθεση
  • πρώτη ύλη : κάλε υλικό αγαθό που χρησιμοποιείται σε πρωτογενή ή δευτερογενή μορφή στη βομηχανία ή τη βιοτεχνία για την παραγωγή άλλων αγαθών
  • συνθετική ύλη : το υλικό που έχει παραχθεί με συνθετικά μέσα, όχι φυσικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]