μάζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μᾶζα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάζα μάζες
γενική μάζας μαζών
αιτιατική μάζα μάζες
κλητική μάζα μάζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάζα < αρχαία ελληνική μᾶζα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάζα θηλυκό

  1. (φυσική) ποσότητα της ύλης που έχει ένα σώμα
  2. αντικείμενο χωρίς συγκεκριμένο σχήμα που διαλύεται εύκολα
    Πού βρέθηκε αυτή η μάζα από χνούδι κάτω από το κρεβάτι;
  3. πολλά άτομα μαζί με εννιαία συμπεριφορά

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

  • αδρανειακή μάζα: (φυσική) η αδράνεια στη μεταφορική κίνηση
  • βαρυτική μάζα: (φυσική) το υπόθεμα της βαρύτητας
  • ψυχολογία της μάζας: (κοινωνιολογία) μελέτη της διαμόρφωσης συγκεκριμένης ψυχολογίας σε πολλά άτομα ταυτόχρονα με το ίδιο μέσο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

  • μάζα στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

32πχ Μεταφράσεις[]