Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπόθεμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: υποθέμα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υπόθεμα τα υποθέματα
      γενική του υποθέματος των υποθεμάτων
    αιτιατική το υπόθεμα τα υποθέματα
     κλητική υπόθεμα υποθέματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπόθεμα < ελληνιστική κοινή ὑπόθεμα < αρχαία ελληνική ὑποτίθημι < ὑπό + τίθημι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπόθεμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε τοποθετείται ως βάση ή υποστήριγμα κάτω από κάτι άλλο
  2. φαρμακευτικό παρασκεύασμα στερεάς μορφής που εισάγεται με το χέρι ή με ειδικό εργαλείο στον πρωκτό ή τον κολεό
     συνώνυμα: υπόθετο
  3. το κατώτερο τμήμα του κορμού του δέντρου (εκεί που βρίσκονται οι ρίζες) στο οποίο προσκολλάται το εμβόλιο κατά τον εμβολιασμό, δίνοντας, έτσι, ένα νέο φυτό
  4. (ιατρική, εγκέφαλος) εγκεφαλικό τμήμα
  5. (φυσική) υλικό ή φορτίο που τοποθετείται μέσα σε ένα πεδίο (π.χ. ηλεκτρικό ή μαγνητικό) και υφίσταται τις επιδράσεις του, λειτουργώντας ως δέκτης των δυνάμεων που αυτό ασκεί

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]