υπόθεμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπόθεμα < ελληνιστική κοινή ὑπόθεμα < αρχαία ελληνική ὑποτίθημι < ὑπό + τίθημι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπόθεμα ουδέτερο
- οτιδήποτε τοποθετείται ως βάση ή υποστήριγμα κάτω από κάτι άλλο
- φαρμακευτικό παρασκεύασμα στερεάς μορφής που εισάγεται με το χέρι ή με ειδικό εργαλείο στον πρωκτό ή τον κολεό
- το κατώτερο τμήμα του κορμού του δέντρου (εκεί που βρίσκονται οι ρίζες) στο οποίο προσκολλάται το εμβόλιο κατά τον εμβολιασμό, δίνοντας, έτσι, ένα νέο φυτό
- (ιατρική, εγκέφαλος) εγκεφαλικό τμήμα
- (φυσική) υλικό ή φορτίο που τοποθετείται μέσα σε ένα πεδίο (π.χ. ηλεκτρικό ή μαγνητικό) και υφίσταται τις επιδράσεις του, λειτουργώντας ως δέκτης των δυνάμεων που αυτό ασκεί
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπόθεμα
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Φυσική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)