βάση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βάσει

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάση βάσεις
γενική βάσης
& βάσεως
βάσεων
αιτιατική βάση βάσεις
κλητική βάση βάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βάση < αρχαία ελληνική βάσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈva.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βάση θηλυκό

  • το κατώτερο τμήμα ενός αντικειμένου, το σημείο στήριξης
* η βάση του ποτηριού
  • (αρχιτεκτονική): το θεμέλιο
    • και μεταφορικά
      η οικονομία μας δεν έχει στέρεες βάσεις
  • (στατιστική), (λογιστική): σημείο αναφοράς βαθμολόγησης.
  • η αφετηρία, το σημείο εκκίνησης
  • (στρατιωτικός όρος), (ναυτικός όρος): μεγάλη στρατιωτική εγκατάσταση
    η βάση του ΝΑΤΟ στη Σούδα
  • (γεωμετρία) μία από τις τρεις πλευρές ενός τριγώνου, η πλευρά στήριξης στερεού
  • (χημεία) χημική ένωση που έχει τάση να δέχεται πρωτόνια και η οποία διαλύεται στο νερό, ενώ όταν αντιδρά με ένα οξύ σχηματίζεται άλας
  • (βιολογία): μία από τις πουρίνες ή πυριμιδίνες που συνθέτουν τα νουκλεοτίδια.
  • (νομικός όρος): η έδρα νομικού προσώπου.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]