βάση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βάση | οι | βάσεις |
| γενική | της | βάσης* | των | βάσεων |
| αιτιατική | τη | βάση | τις | βάσεις |
| κλητική | βάση | βάσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, βάσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βάση < αρχαία ελληνική βάσις < βαίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷem-
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈva.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βά‐ση
- ομόηχο: βάσει
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάση θηλυκό
- το κατώτερο τμήμα ενός αντικειμένου, το σημείο στήριξης
η βάση του ποτηριού
- η αφετηρία, το σημείο εκκίνησης
- (αρχιτεκτονική) το θεμέλιο
- (μεταφορικά)
Η οικονομία μας δεν έχει στέρεες βάσεις.
- (βιολογία) μία από τις πουρίνες ή πυριμιδίνες που συνθέτουν τα νουκλεοτίδια
- (γεωμετρία) μία από τις τρεις πλευρές ενός τριγώνου, η πλευρά στήριξης στερεού
- (νομικός όρος) η έδρα νομικού προσώπου
- (στατιστική, λογιστική) το σημείο αναφοράς βαθμολόγησης
- (πληροφορική, βάσεις δεδομένων) η συντομογραφία της βάσης δεδομένων
- (στρατιωτικός όρος, ναυτικός όρος) η μεγάλη στρατιωτική εγκατάσταση
Η βάση του ΝΑΤΟ στη Σούδα.
- (χημεία) η χημική ένωση που έχει τάση να δέχεται πρωτόνια και η οποία διαλύεται στο νερό, ενώ όταν αντιδρά με ένα οξύ σχηματίζεται άλας
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- βάση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- βάση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'λύση' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχιτεκτονική (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Γεωμετρία (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Βάσεις δεδομένων (νέα ελληνικά)
- Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)