αφετηρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αφετηρία οι αφετηρίες
      γενική της αφετηρίας των αφετηριών
    αιτιατική την αφετηρία τις αφετηρίες
     κλητική αφετηρία αφετηρίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφετηρία < ελληνιστική κοινή ἀφετηρία (γραμμή) < ἀφετήριος < ἀφετήρ < ἀφίημι < ἀπό + ἵημι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αφετηρία θηλυκό

  1. το σημείο από το οποίο ξεκινάει κάποιος
    • (ειδικότερα) το σημείο, η στάση από την οποία ξεκινάει τη διαδρομή του ένα μέσο μαζικής συγκοινωνίας, που μπορεί να διαφέρει από το κοντινό σημείο ή στάση που χρησιμοποιείται σαν τέρμα
    • (ειδικότερα) διακριτή γραμμή από την οποία ξεκινάνε διαγωνιζόμενοι σε αγώνα ταχύτητας
    • (μεταφορικά) κατάσταση που αποτελεί αρχή για κάτι καινούριο

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]