τέρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τέρμα τα τέρματα
      γενική του τέρματος των τερμάτων
    αιτιατική το τέρμα τα τέρματα
     κλητική τέρμα τέρματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
δρομείς φτάνουν στο τέρμα του αγώνα
δύο κορίτσια σε τέρμα ποδοσφαιρικού γηπέδου

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέρμα < αρχαία ελληνική τέρμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *térmn̥ (τέρμα, όριο)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈteɾ.ma/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέρμα ουδέτερο

  1. το τέλος μιας διαδρομής
     αντώνυμα: αφετηρία
  2. (αθλητισμός) χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κατακόρυφα δοκάρια (σε μερικά αθλήματα, δύο κατακόρυφα και ένα οριζόντιο), μέσα από τον οποίο πρέπει να περάσει η μπάλα για να σημειωθεί γκολ
  3. το επιτυχημένο πέρασμα της μπάλας μέσα από τα όρια του χώρου αυτού
     συνώνυμα: γκολ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]