μπάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Μπάλες(1) μπάσκετ
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπάλα μπάλες
γενική μπάλας
αιτιατική μπάλα μπάλες
κλητική μπάλα μπάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάλα < ιταλική balla
Μπάλα(2) από άχυρο σε χωράφι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Χριστουγεννιάτικη μπάλα(3)

μπάλα θηλυκό

  1. σφαιροειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια και αθλοπαιδιές
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τόπι
  2. οποιοδήποτε αντικείμενο με σφαιρικό σχήμα
  3. το ποδόσφαιρο
  4. δεμένη μεγάλη ποσότητα υλικού, παραλληλεπιπέδου ή κυλινδρικής μορφής, δεμάτι
  5. χριστουγεννιάτικο στολίδι δένδρου σε σχήμα μπάλας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • παίρνει κάποιον η μπάλα: λέγεται όταν κάποιος βρίσκεται σε μια δυσάρεστη θέση ή βρίσκει τον μπελά του, χωρίς να φταίει ουσιαστικά, επειδή κάποιος άλλος φίλος, συγγενής ή συνεργάτης βρέθηκε σε δυσάρεστη θέση
  • χάνω τη μπάλα: μπερδεύομαι λόγω πολυπλοκότητας ή πολλών επιλογών και δεν μπορώ να παρακολουθήσω τα γεγονότα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]