μπάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Μπάλα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Μπάλες(1) μπάσκετ
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπάλα οι μπάλες
      γενική της μπάλας
    αιτιατική την μπάλα τις μπάλες
     κλητική μπάλα μπάλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα
Μπάλα(2) από άχυρο σε χωράφι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάλα < μεσαιωνική ελληνική μπάλα, πάλα με [b] < [p] από την αιατιατική: την πάλα< (αναδανεισμός) βενετική bala (< σύγχρονη ιταλική palla)[1] < (…) < μεσαιωνική λατινική bala, pala < πρωτογερμανική *balluz / *ballô (μπάλα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰoln- (φουσκάλα) < *bʰel- (φυσώ, φουσκώνω, διογκώνω)[2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈba.la/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Χριστουγεννιάτικη μπάλα(3)

μπάλα θηλυκό

  1. σφαιροειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια και αθλοπαιδιές
     συνώνυμα: τόπι, σφαίρα
  2. οποιοδήποτε αντικείμενο με σφαιρικό σχήμα
  3. το ποδόσφαιρο
  4. δεμένη μεγάλη ποσότητα υλικού, παραλληλεπιπέδου ή κυλινδρικής μορφής, δεμάτι
  5. χριστουγεννιάτικο στολίδι δένδρου σε σχήμα μπάλας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • παίρνει κάποιον η μπάλα: λέγεται όταν κάποιος βρίσκεται σε μια δυσάρεστη θέση ή βρίσκει τον μπελά του, χωρίς να φταίει ουσιαστικά, επειδή κάποιος άλλος φίλος, συγγενής ή συνεργάτης βρέθηκε σε δυσάρεστη θέση
  • χάνω τη μπάλα: μπερδεύομαι λόγω πολυπλοκότητας ή πολλών επιλογών και δεν μπορώ να παρακολουθήσω τα γεγονότα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]



Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. μπάλα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.