άχυρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άχυρο άχυρα
γενική άχυρου άχυρων
αιτιατική άχυρο άχυρα
κλητική άχυρο άχυρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άχυρο < ἄχυρον < αρχαία ελληνική ἄχνηφλούδα του σιταριού)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈa.çi.ɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γάτα ξαπλωμένη πάνω σε μπάλα από άχυρο

άχυρο ουδέτερο

άχυρο από σιτάρι / κριθάρι / σίκαλη
  • μικρά κομμάτια από άχυρο που χρησιμοποιούνται ως τροφή μεγάλων ζώων
κρύφτηκε πίσω από ένα σωρό άχυρα στο στάβλο
  • (μεταφορικά) αυτό που θυμίζει άχυρο στη γεύση ή στο χρώμα, το άνοστο
ψωμί σαν άχυρο

Εκφράσεις[]

  • γυρεύω / ψάχνω ψύλλους στα άχυρα: αναζητώ μάταια πράγματα που είναι δύσκολο να βρεθούν
  • έχει άχυρα (μέσα) στο κεφάλι του: δεν έχει μυαλό, είναι τελείως βλάκας
  • δεν ξέρει να μοιράσει δύο γαϊδάρων (τα) άχυρα: δεν μπορεί να σκεφτεί τα πιο απλά ζητήματα
  • (δεν) τρώω άχυρα: (δεν) είμαι εύπιστος ή ανόητος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (δεν) τρώω κουτόχορτο, (δεν) τρώω σανό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]