εύπιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εύπιστος εύπιστη εύπιστο
γενική εύπιστου εύπιστης εύπιστου
αιτιατική εύπιστο εύπιστη εύπιστο
κλητική εύπιστε εύπιστη εύπιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εύπιστοι εύπιστες εύπιστα
γενική εύπιστων εύπιστων εύπιστων
αιτιατική εύπιστους εύπιστες εύπιστα
κλητική εύπιστοι εύπιστες εύπιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύπιστος < αρχαία ελληνική εὔπιστος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εύπιστος, -η, -ο

  1. που πιστεύει εύκολα τους άλλους (και επομένως είναι εύκολο να εξαπατηθεί), αφελής

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]