στέλεχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στέλεχος στελέχη
γενική στελέχους στελεχών
αιτιατική στέλεχος στελέχη
κλητική στέλεχος στελέχη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στέλεχος < αρχαία ελληνική στέλεχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στέλεχος ουδέτερο

  1. κορμός ή βλαστός φυτού
  2. το κύριο τμήμα ενός αντικειμένου
  3. βασικό ή ηγετικό μέλος οργανωμένου συνόλου ανθρώπων
  4. στα λογιστικά έντυπα, αποδείξεις, εισιτήρια κ.λπ. το φύλλο που δεν αποκόπτεται και μένει στον εκδότη
  5. το πιο οπίσθιο μέρος του εγκεφάλου, που συνδέει τον εγκέφαλο με το νωτιαίο μυελό. Λέγεται και εγκεφαλικό στέλεχος.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στέλεχος στελέχει στελέχη
Γενική στελέχους στελεχοῖν στελεχῶν
Δοτική στελέχει στελεχοῖν στελέχεσι(ν)
Αιτιατική στέλεχος στελέχει στελέχη
Κλητική στέλεχος στελέχει στελέχη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στέλεχος < συγγενές του στειλαιός και στήλη και στέλλω και μακρινή συγγένεια με το ἵστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στέλεχος ουδέτερο

  1. κορμός φυτού, στέλεχος φυτού
  2. κούτσουρο
  3. (μεταφορικά) ο βλάκας, το τούβλο, ο χοντροκέφαλος