βλάκας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βλάκας βλάκες
γενική βλάκα βλακών
αιτιατική βλάκα βλάκες
κλητική βλάκα βλάκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βλάκας < αρχαία ελληνική βλάξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό

βλάκας αρσενικό

  • αυτός που έχει χαμηλή νοημοσύνη ή που συμπεριφέρεται χωρίς σκέψη
  • ο ανόητος, ο χαζός

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις

  • (αργκό) σαν βλάκας: πάρα πολύ
έτρεχε πίσω της διαρκώς, την ήθελε σαν βλάκας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις

  • αν και είναι αρσενικό όνομα αποδίδεται και σε θηλυκά πρόσωπα:
    αυτή η γυναίκα είναι μεγάλος βλάκας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις