dom

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βοσνιακά (bs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dom (bs)

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dɔ̃m/
Ήχος 1 
Ήχος 2 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dom (pl) αρσενικό

  1. το σπίτι
    jestem w domu - είμαι σπίτι
  2. ο οίκος με τις έννοιες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]