χαζός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χαζός χαζή χαζό
γενική χαζού χαζής χαζού
αιτιατική χαζό χαζή χαζό
κλητική χαζέ χαζή χαζό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαζοί χαζές χαζά
γενική χαζών χαζών χαζών
αιτιατική χαζούς χαζές χαζά
κλητική χαζοί χαζές χαζά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαζός < τουρκική haz ("απόλαυση") < αραβική حظ ( ḥaẓẓ, "τύχη", "απόλαυση"). Μια άλλη πιθανή ετυμολογία: < αραβική هاذ (haẓ , παραληρών, παράλογος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

χαζός, -ή, -ό

  1. που του λείπει η εξυπνάδα (λέγεται και ως τρυφερή προσφώνηση)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]