παράλογος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράλογος < παρά + λόγος

Επίθετο[επεξεργασία]

παράλογος

  1. που δεν σκέφτεται λογικά
    μη γίνεσαι παράλογος
  2. που είναι αντίθετος με τη λογική
    έχεις υπερβολικές και παράλογες απαιτήσεις

Μεταφράσεις[επεξεργασία]