εξυπνάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξυπνάδα εξυπνάδες
γενική εξυπνάδας εξυπνάδων
αιτιατική εξυπνάδα εξυπνάδες
κλητική εξυπνάδα εξυπνάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξυπνάδα < έξυπνος + -άδα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ksip.ˈna.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξυπνάδα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του έξυπνου
    συνώνυμα: ευφυΐα
    αντώνυμα: βλακεία, ανοησία
  2. έξυπνος λόγος ή ενέργεια
  3. (ειρωνικά) ανόητος ή σαχλός λόγος ή ενέργεια, κάτι που κάνει ή λέει ένας εξυπνάκιας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]