ανόητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ανόητος ανόητη ανόητο
γενική ανόητου ανόητης ανόητου
αιτιατική ανόητο ανόητη ανόητο
κλητική ανόητε ανόητη ανόητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανόητοι ανόητες ανόητα
γενική ανόητων ανόητων ανόητων
αιτιατική ανόητους ανόητες ανόητα
κλητική ανόητοι ανόητες ανόητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανόητος < αρχαία ελληνική ἀνόητος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈnɔ.i.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

ανόητος, -η, -ο

  1. (για πρόσωπα) χωρίς νου, χωρίς μυαλό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βλάκας, ηλίθιος, χαζός· (μεταφορικά) βλίτο, βούρλο, κουμπούρας, κούτσουρο, μπούφος, ντουβάρι, τούβλο
  2. (για ενέργειες) που χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο χωρίς μυαλό ∙ που δεν έχει νόημα
    είναι ανόητο αυτό που προσπαθείς να κάνεις

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]