έξυπνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική έξυπνος έξυπνη έξυπνο
γενική έξυπνου έξυπνης έξυπνου
αιτιατική έξυπνο έξυπνη έξυπνο
κλητική έξυπνε έξυπνη έξυπνο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έξυπνοι έξυπνες έξυπνα
γενική έξυπνων έξυπνων έξυπνων
αιτιατική έξυπνους έξυπνες έξυπνα
κλητική έξυπνοι έξυπνες έξυπνα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έξυπνος < μεταγενέστερη ελληνική ἔξυπνος < ἐξ + ὕπνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛ.ksi.pnɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

έξυπνος

  1. που καταλαβαίνει δύσκολα πράγματα και κρίνει πολύπλοκες καταστάσεις με σχετική άνεση
    μερικοί πιστεύουν ότι πρέπει κάποιος να είναι έξυπνος για να τα καταφέρει στα μαθηματικά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ευφυής, ιδιοφυής, μεγαλοφυής, οξύνους· (μεταφορικά) αετός, ατσίδα, διαβόλου κάλτσα, διάνοια, ιδιοφυΐα, μυαλό, ξεφτέρι, ξύπνιος, που πιάνει πουλιά στον αέρα, σπίθα, σπίρτο, τσακάλι, τζίνι, φωστήρας
  2. που φανερώνει κατανόηση και υψηλή αντίληψη
    η ανακοίνωση πρόωρων εκλογών ήταν μία έξυπνη τακτική

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]