ὕπνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ύπνος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὕπνος ὕπνω ὕπνοι
Γενική ὕπνου ὕπνοιν ὕπνων
Δοτική ὕπν ὕπνοιν ὕπνοις
Αιτιατική ὕπνον ὕπνω ὕπνους
Κλητική ὕπνε ὕπνω ὕπνοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὕπνος < πρωτοελληνική *húpnos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *supnós < *swep- (κοιμάμαι) +‎ *-nós

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὕπνος αρσενικό

  1. ύπνος
  2. (ως κύριο όνομα) ο Ύπνος ήταν η προσωποποίηση του ύπνου
  3. ο θάνατος