ὕπνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ὕπνος, ύπνος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὕπνος οἱ ὕπνοι
      γενική τοῦ ὕπνου τῶν ὕπνων
      δοτική τῷ ὕπν τοῖς ὕπνοις
    αιτιατική τὸν ὕπνον τοὺς ὕπνους
     κλητική ! ὕπνε ὕπνοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὕπνω
γεν-δοτ τοῖν  ὕπνοιν
2η κλίση, ομάδα 'χρόνος', Κατηγορία όπως «χρόνος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὕπνος < πρωτοελληνική *húpnos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *supnós < *swep- (κοιμάμαι) +‎ *-nós

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὕπνος αρσενικό

  1. ύπνος
  2. (ως κύριο όνομα) → δείτε τη λέξη Ὕπνος, προσωποποίηση του ύπνου
  3. ο θάνατος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]