τσακάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσακάλι τσακάλια
γενική τσακαλιού τσακαλιών
αιτιατική τσακάλι τσακάλια
κλητική τσακάλι τσακάλια
τσακάλι της Αφρικής

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσακάλι < τουρκική çakal < περσική شغال (shaghal) < σανσκριτική सृगाल (sṛgālá)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʦa.'ka.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσακάλι ουδέτερο

  1. (ζωολογία) σαρκοβόρο θηλαστικό του γένους Canis (οικογένεια Canidae), μικρότερο από το λύκο
  2. (μεταφορικά) πανέξυπνος άνθρωπος

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]