chacal

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

chacal < ciacale < περσική μέσω πολλών άλλων γλωσσών (αγγλικής, τουρκικής, κ.α.)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʃa.kal/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chacal chacals

chacal (fr) αρσενικό

  1. (ζωολογία) το τσακάλι
  2. (μεταφορικά) άπληστος και ωμός άνθρωπος που εκμεταλλεύεται τις νίκες άλλων και ξεσπάει στους νικημένους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: charognard, vautour