σαρκοβόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαρκοβόρος < αρχαία ελληνική σαρκοβόρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σαρκοβόρος

  • που τρέφεται με το κρέας άλλων ζώων

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ σαρκοβόρος τὸ σαρκοβόρον οἱ, αἱ σαρκοβόροι τὰ σαρκοβόρα
Γενική τοῦ, τῆς σαρκοβόρου τοῦ σαρκοβόρου τῶν σαρκοβόρων τῶν σαρκοβόρων
Δοτική τῷ, τῇ σαρκοβόρῳ τῷ σαρκοβόρῳ τοῖς, ταῖς σαρκοβόροις τοῖς σαρκοβόροις
Αιτιατική τὸν, τὴν σαρκοβόρον τὸ σαρκοβόρον τοὺς, τὰς σαρκοβόρους τὰ σαρκοβόρα
Κλητική σαρκοβόρε σαρκοβόρον σαρκοβόροι σαρκοβόρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική σαρκοβόρω
Γενική-Δοτική σαρκοβόροιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαρκοβόρος < σάρξ και βορά < βιβρώσκω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σαρκοβόρος, -ος, -ον

  1. αυτός που τρέφεται με σάρκες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]