βιβρώσκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιβρώσκω < ενεστωτικός αναδιπλασιασμός του θέματος -βρο- < κατά μετάθεση της ρίζας -βορ (όπως και βορά, βρῶσις) σαν το λατινικό voro και vorare (καταβροχθίζω) πιθανόν από κοινή πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷerh₃-

Ρήμα[επεξεργασία]

βιβρώσκω

  • τρώγω, καταβροχθίζω, αναλίσκω, ροκανίζω. Ελλειπτικό ρήμα που αναπληρώνεται σε διάφορους τύπους από το ρήμα ἐσθίω.

Ρήμα[επεξεργασία]

Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας βιβρώσκω
Παρατατικός -
Μέλλοντας βρώσομαι
Αόριστος α΄και β' ἔβρωσα και ἔβρων
Παρακείμενος βέβρωκα
Υπερσυντέλικος -

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]