Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρώγω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρώγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τρώγω < αρχαία ελληνική τρώγω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɾo.ɣo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρώγω

τρώγω

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρώγω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τρώγω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɾo.ɣo/ (10ος μ.Χ. αιώνας Βυζαντινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρώγω

τρώγω



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

τρώγω < *tṝ-g- < *trō-g- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *terh₁-

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾɔ̌ː.gɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρώγω

τρώγω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]