τράγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τράγος τράγοι
γενική τράγου τράγων
αιτιατική τράγο τράγους
κλητική τράγε τράγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τράγος < αρχαία ελληνική τράγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τράγος αρσενικό

  1. ενήλικο αρσενικό κατσίκι
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) άξεστος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τράγος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τράγος αρσενικό

  1. τράγος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]