τραγόπαπας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τραγόπαπας οι τραγοπαπάδες
      γενική του τραγόπαπα των τραγοπαπάδων
    αιτιατική τον τραγόπαπα τους τραγοπαπάδες
     κλητική τραγόπαπα τραγοπαπάδες
όπως «τραγόπαπας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τραγόπαπας < τράγ(ος) + -ό- + παπάς

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɾaˈɣɔ.pa.pas/
συλλαβισμός: τρα‐γό‐πα‐πας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τραγόπαπας αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]