Μετάβαση στο περιεχόμενο

διάβολος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: διάβολον

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διάβολος οι διάβολοι
& διαβόλοι
      γενική του διαβόλου
& διάβολου
των διαβόλων
    αιτιατική τον διάβολο τους διαβόλους
     κλητική διάβολε διάβολοι
Και προφορικός πληθυντικός, οι διαβόλοι.
Κατηγορία όπως «όροφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Απεικόνιση διαβόλων σε αγιογραφία εκκλησίας της Φλωρεντίας, 14ος αιώνας

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διάβολος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή διάβολος (αρχαία σημασία: συκοφάντης). διά- + βολ-(ή) (βάλλω) + -ος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈðʝa.vo.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: διάβολος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διάβολος αρσενικό (και διάολος, διάλος)

  1. ο Εωσφόρος, αυτός που προσπαθεί να διαβάλλει τον Θεό στους ανθρώπους, το πνεύμα του κακού, ο αρχηγός των δαιμόνων
      Ξέρεις ἀφέντη, μιά φορά, σάν 'μουλεγε ὁ παπούς μου, ἦτον εὐχαριστημένοι οἱ ἄνθρωποι νὰ χάσουν ἑκατὸ ἢ καὶ διακόσια σκοῦδα· παρὰ νὰ δώσουν ἕνα ὅρκον, τώρα ὅμως ἂν ἐξοδεύσῃς τὰ διακόσια σκοῦδα εὑρίσκεις ἑκατὸν μάρτυρας, οἵτινες δύνανται νὰ ὀρκισθῶσιν, ὅτιδιάβολος μαγειρεύει πολέντα. (Διονύσιος Μονδινός, Ο εξόριστος ή η μαιλανή αίθουσα, ιστόρημα, έκδοσις δευτέρα, Πάτρα, τυπογραφείο και βιβλιοπωλείο Ευσταθίου Π. Χριστοδούλου, 1866, σελ. 42)
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος που ασκεί τις ικανότητές του για να πετύχει το κακό
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος πανέξυπνος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
 δείτε και βελζεβούλ

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

 και δείτε δείτε εκφράσεις με το διάολος και διάλος

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διάβολος οἱ διάβολοι
      γενική τοῦ διαβόλου τῶν διαβόλων
      δοτική τῷ διαβόλ τοῖς διαβόλοις
    αιτιατική τὸν διάβολον τοὺς διαβόλους
     κλητική ! διάβολε διάβολοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διαβόλω
γεν-δοτ τοῖν  διαβόλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διάβολος < διαβάλλω < διά- + βολ- (βάλλω) + -ος

Επίθετο

[επεξεργασία]

διάβολος, -ον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διάβολος αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]