συκοφάντης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συκοφάντης < αρχαία ελληνική συκοφάντης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συκοφάντης αρσενικό

  1. αυτός που εν γνώσει του εξαπολύει μια ψευδή κατηγορία εναντίον κάποιου

Ψευδόφιλες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συκοφάντης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συκοφάντης, τοῦ συκοφάντου

  1. που προσάπτει αστήρικτες κατηγορίες, που καταγγέλλει κάτι ανυπόστατο, κατηγορεί έναν αθώο
  2. που εποπτεύει την παραγωγή σύκων για λόγους φορολόγησής της από το κράτος των Αθηνών ή που υποδεικνύει όσους παρανομούν σχετικά με την παραγωγή σύκων