συκοφάντης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συκοφάντης συκοφάντες
γενική συκοφάντη συκοφαντών
αιτιατική συκοφάντη συκοφάντες
κλητική συκοφάντη συκοφάντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συκοφάντης < αρχαία ελληνική συκοφάντης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.kɔ.ˈfaⁿ.ˈdis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συκοφάντης αρσενικό (θηλυκό: συκοφάντρια & συκοφάντισσα)

  • αυτός που εν γνώσει του εξαπολύει μια ψευδή κατηγορία εναντίον κάποιου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ψευδόφιλες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική συκοφάντης συκοφάντα συκοφάνται
Γενική συκοφάντου συκοφάνταιν συκοφαντῶν
Δοτική συκοφάντ συκοφάνταιν συκοφάνταις
Αιτιατική συκοφάντην συκοφάντα συκοφάντας
Κλητική συκοφάντα συκοφάντα συκοφάνται

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συκοφάντης < σῦκον + φαίνομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συκοφάντης αρσενικό

  1. που προσάπτει αστήρικτες κατηγορίες, που καταγγέλλει κάτι ανυπόστατο, κατηγορεί έναν αθώο
  2. που εποπτεύει την παραγωγή σύκων για λόγους φορολόγησής της από το κράτος των Αθηνών ή που υποδεικνύει όσους παρανομούν σχετικά με την παραγωγή σύκων