φαίνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φαίνομαι < αρχαία ελληνική φαίνομαι , μέση-παθητική φωνή του ρήματος φαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

φαίνομαι

  1. είμαι ορατός, εμφανής
    κάποιος φαίνεται στον ορίζοντα
  2. κάνω την εμφάνισή μου
    μόλις φάνηκε ο ήλιος, ξεκίνησαν την πορεία
    Πού είναι ο Νίκος; Έχει μέρες να φανεί
  3. δίνω την εντύπωση
    ο Γιώργος φαίνεται άρρωστος σήμερα
  4. (στο γ' ενικό, απροσώπως) μου φαίνεται: για να εκφραστεί υποκειμενική ή και τελείως λανθασμένη αίσθηση ή γνώμη
    πώς σου φάνηκε το βιβλίο; (ποια είναι η γνώμη σου για το βιβλίο;)
    μου φάνηκε ότι είδα κάτι μέσα στο σκοτάδι, αλλά ήταν ο αέρας που κουνούσε τα φύλλα των δέντρων

Εκφράσεις[]

  • το είναι και το φαίνεσθαι: φιλοσοφικές έννοιες που αντιστοιχούν στην ουσία των πραγμάτων και την απατηλή αίσθηση

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φαίνομαι, μέση-παθητική φωνή του ρήματος φαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

φαίνομαι

  1. γίνομαι ορατός, έρχομαι στο φως
  2. εμφανίζομαι
    • (ειδικότερα) για την ανατολή των ουράνιων σωμάτων και την Ηώ
    • (κατ’ επέκταση) έρχομαι
  3. γεννιέμαι με κάποια ιδιότητα ή γίνομαι, αλλάζω κατάσταση
    έκ βασιλέως ἰδιώτην φανῆναι (Ξενοφών, Κύρου Ανάβασις, 7.7.28)
  4. δίνω την εντύπωση σε κάποιον
  5. (στο γ' πρόσωπο) για να εκφραστεί υποκειμενική γνώμη

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • Στη φιλοσοφία το φαίνεσθαι αντιτίθεται συχνά στο εἶναι· στο πρώτο αντιστοιχούν τα πράγματα όπως γινονται αντιληπτά από τις αισθήσεις ενώ στο δεύτερο η ουσία των πραγμάτων.

Αναφορές []

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 1653-1654