Μετάβαση στο περιεχόμενο

φαίνομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φαίνομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φαίνομαι, μέση φωνή του φαίνω (φέρνω στο φως, φωτίζω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfe.no.me/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φαίνομαι

φαίνομαι, πρτ.: φαινόμουν, αόρ.: φάνηκα

  1. είμαι ορατός, εμφανής
    παράδειγμα  Κάποιος φαίνεται στον ορίζοντα.
  2. κάνω την εμφάνισή μου
    παράδειγμα  Μόλις φάνηκε ο ήλιος, ξεκίνησαν την πορεία.
    παράδειγμα  Πού είναι ο Νίκος; Έχει μέρες να φανεί.
  3. δίνω την εντύπωση
    παράδειγμα  Ο Γιώργος φαίνεται άρρωστος σήμερα.
  4. (στο τρίτο ενικό, απρόσωπο)  δείτε τη λέξη φαίνεται & μου φαίνεται

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

(Χρειάζεται επεξεργασία)

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

φαίνομαι

  1. είμαι ή γίνομαι ορατός, διακρίνομαι
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 18 (σ. Ὀδυσσέως καὶ Ἴρου πυγμή.), στίχ. 68
    φάνεν δέ οἱ εὐρέες ὦμοι στήθεά τε στιβαροί τε βραχίονες
  2. γίνομαι φανερός, φανερώνομαι
  3. προβάλλω, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 2, 1
    οἱ στρατηγοὶ ἐθαύμαζον ὅτι Κῦρος οὔτε ἄλλον πέμπει σημανοῦντα ὅ τι χρὴ ποιεῖν οὔτε αὐτὸς φαίνοιτο.
  4. δίνω την εντύπωση, θεωρούμαι ότι...
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 14 (ξ. Ὀδυσσέως πρὸς Εὔμαιον ὁμιλία.), στίχ. 355
    οὐ γὰρ σφιν ἐφαίνετο κέρδιον είναι

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη φαίνω