Μετάβαση στο περιεχόμενο

seem

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας seem
γ΄ ενικό ενεστώτα seems
αόριστος seemed
παθητική μετοχή seemed
ενεργητική μετοχή seeming

seem (en)

  1. φαίνομαι, δείχνω, δίνω την εντύπωση ότι είμαι ή κάνω κάτι
    παράδειγμα  His brother seemed to be selfish.
    Ο αδερφός του φάνηκε να είναι εγωιστής.
    παράδειγμα  It seems to me that the situation is really bad.
    Μου φαίνεται ότι η κατάσταση είναι πράγματι άσχημη.
    παράδειγμα  It seemed like you were thinking of something.
    Φάνηκε σαν να σκεφτόσουν κάτι.
    παράδειγμα  I must seem like a monster to you.
    Πρέπει να σου φαίνομαι τέρας.
    παράδειγμα  You seem to love them.
    Φαίνεστε να τους αγαπάτε.
    παράδειγμα  The room seemed warm and cozy to me.
    Το δωμάτιο μου φάνηκε ζεστό και άνετο.
    παράδειγμα  I’ll take action as (it) seems best to me.
    Θα ενεργήσω όπως μου φαίνεται καλύτερα.
    παράδειγμα  Will I seem rude if I don’t answer him?
    Θα φανώ αγενής αν δεν του απαντήσω;
    παράδειγμα  Odysseus always seems anxious.
    Ο Οδυσσέας δείχνει πάντα αγχωμένος.
  2. φαίνεται ότι, χρησιμοποιείται για να κάνει αυτό που λέω για τις σκέψεις, τα συναισθήματα ή τις πράξεις μου λιγότερο έντονο
    παράδειγμα  It seems (that) I can’t give up smoking.
    Φαίνεται ότι δεν μπορώ να κόψω το τσιγάρο.
    παράδειγμα  There seems to have been a mistake.
    Φαίνεται ότι έγινε λάθος.
  3. φαίνεται ότι, χρησιμοποιείται για να δείξει ότι κάτι είναι αληθινό όταν δεν είμαι σίγουρος ή όταν θέλω να είμαι ευγενικός
    παράδειγμα  It seems (that) I am mistaken.
    Φαίνεται ότι κάνω λάθος.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]