Μετάβαση στο περιεχόμενο

appear

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας appear
γ΄ ενικό ενεστώτα appears
αόριστος appeared
παθητική μετοχή appeared
ενεργητική μετοχή appearing

appear (en)

  1. (αμετάβατο) φαίνομαι, εμφανίζομαι, βγαίνω, γίνεται ορατό
    παράδειγμα  The mountain appears through the clouds.
    Το βουνό φαίνεται μέσα από τα σύννεφα.
    παράδειγμα  When the first warships appeared on the horizon…
    Όταν εμφανίστηκαν στον ορίζοντα τα πρώτα πολεμικά πλοία…
    παράδειγμα  He appeared suddenly before me.
    Βγήκε ξαφνικά μπροστά μου.
     συνώνυμα:  break out, crop up, emerge, loom, pop up, show, show up, spring up και turn up
     αντώνυμα: disappear
  2. (αμετάβατο, όχι στα continuous tenses) φαίνομαι
    παράδειγμα  It appears to me that the situation is really bad.
    Μου φαίνεται ότι η κατάσταση είναι πράγματι άσχημη.
    παράδειγμα  You appear to hate him.
    Φαίνεστε να τον μισείτε.
    παράδειγμα  He appears (to be) an honest man.
    Φαίνεται τίμιος άνθρωπος.
    παράδειγμα  I must appear like a monster to you.
    Πρέπει να σου φαίνομαι τέρας.
    παράδειγμα  The trip appeared long.
    Το ταξίδι φάνηκε μακρύ.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη seem
  3. (αμετάβατο) εμφανίζομαι, παίρνω μέρος σε μια καλλιτεχνική εκδήλωση
    παράδειγμα  It was the first time that he would appear in the theater as a leading actor.
    Ήταν η πρώτη φορά που θα εμφανιζόταν στο θέατρο ως πρωταγωνιστής.
    παράδειγμα  Actors put on make-up before appearing on stage.
    Μακιγιάρονται οι ηθοποιοί πριν εμφανιστούν στη σκηνή.
  4. (αμετάβατο) εμφανίζομαι, φτάνω σε ένα μέρος
    παράδειγμα  He had promised to come but didn’t appear.
    Είχε υποσχεθεί να έρθει αλλά δεν εμφανίστηκε.
    παράδειγμα  He suddenly appeared.
    Εμφανίστηκε ξαφνικά.
  5. (αμετάβατο) εμφανίζομαι, γράφεται ή αναφέρεται κάπου
    παράδειγμα  He does not appear again in the novel.
    Αυτός δεν εμφανίζεται ξανά στο μυθιστόρημα.

Σύνθετα

[επεξεργασία]