appear
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | appear |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | appears |
| αόριστος | appeared |
| παθητική μετοχή | appeared |
| ενεργητική μετοχή | appearing |
Ρήμα
[επεξεργασία]appear (en)
- (αμετάβατο) φαίνομαι, εμφανίζομαι, βγαίνω, γίνεται ορατό
The mountain appears through the clouds.
- Το βουνό φαίνεται μέσα από τα σύννεφα.
When the first warships appeared on the horizon…
- Όταν εμφανίστηκαν στον ορίζοντα τα πρώτα πολεμικά πλοία…
He appeared suddenly before me.
- Βγήκε ξαφνικά μπροστά μου.
- ≈ συνώνυμα: break out, crop up, emerge, loom, pop up, show, show up, spring up και turn up
- ≠ αντώνυμα: disappear
- (αμετάβατο, όχι στα continuous tenses) φαίνομαι
It appears to me that the situation is really bad.
- Μου φαίνεται ότι η κατάσταση είναι πράγματι άσχημη.
You appear to hate him.
- Φαίνεστε να τον μισείτε.
He appears (to be) an honest man.
- Φαίνεται τίμιος άνθρωπος.
I must appear like a monster to you.
- Πρέπει να σου φαίνομαι τέρας.
The trip appeared long.
- Το ταξίδι φάνηκε μακρύ.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη seem
- (αμετάβατο) εμφανίζομαι, παίρνω μέρος σε μια καλλιτεχνική εκδήλωση
It was the first time that he would appear in the theater as a leading actor.
- Ήταν η πρώτη φορά που θα εμφανιζόταν στο θέατρο ως πρωταγωνιστής.
Actors put on make-up before appearing on stage.
- Μακιγιάρονται οι ηθοποιοί πριν εμφανιστούν στη σκηνή.
- (αμετάβατο) εμφανίζομαι, φτάνω σε ένα μέρος
He had promised to come but didn’t appear.
- Είχε υποσχεθεί να έρθει αλλά δεν εμφανίστηκε.
He suddenly appeared.
- Εμφανίστηκε ξαφνικά.
- (αμετάβατο) εμφανίζομαι, γράφεται ή αναφέρεται κάπου
He does not appear again in the novel.
- Αυτός δεν εμφανίζεται ξανά στο μυθιστόρημα.
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- appear - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 162, 287. ISBN 9780194325684., λήμμα: βγαίνω, εμφανίζομαι