Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας disappear
γ΄ ενικό ενεστώτα disappears
αόριστος disappeared
παθητική μετοχή disappeared
ενεργητική μετοχή disappearing

Ετυμολογία [επεξεργασία]

disappear < dis- + appear


disappear (en)

  • εξαφανίζομαι
    You disappeared without saying anything.
    Εξαφανίστηκες χωρίς να πεις τίποτα.
    Where have you disappeared to all this time?
    Πού είστε εξαφανισμένοι όλο αυτόν τον καιρό;
    I want to disappear for a few days.
    Θέλω να εξαφανιστώ για μερικές μέρες.
     συνώνυμα:  go, go away και vanish