go

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

go < μέση αγγλική gon, goon < αγγλοσαξονική gan

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
go goes

go (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας go
γ΄ ενικό ενεστώτα goes
αόριστος went
παθητική μετοχή gone
ενεργητική μετοχή going
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

go (en))

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

go < g + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

go (eo)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

go 

Αντωνυμία[επεξεργασία]

go (pl) αρσενικό και ουδέτερο



Σράναν (srn) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

go