keep going
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]keep going (en)
- (αμετάβατο) συνεχίζω
We all stopped working but he kept going.
- Σταματήσαμε όλοι τη δουλειά αλλά αυτός συνέχισε.
- (μεταβατικό, ανεπίσημο) βοηθάω κάποιον να συνεχίσει, αρκετά για κάποιον μέχρι να πάρει αυτό που περιμένει
One hundred euros will keep me going until payday.
- Εκατό ευρώ θα με βοηθήσουν ως την ημέρα της μισθοδοσίας.