Μετάβαση στο περιεχόμενο

keep going

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
keep going < → δείτε τις λέξεις keep και going

Έκφραση

[επεξεργασία]

keep going (en)

  1. (αμετάβατο) συνεχίζω
    παράδειγμα  We all stopped working but he kept going.
    Σταματήσαμε όλοι τη δουλειά αλλά αυτός συνέχισε.
  2. (μεταβατικό, ανεπίσημο) βοηθάω κάποιον να συνεχίσει, αρκετά για κάποιον μέχρι να πάρει αυτό που περιμένει
    παράδειγμα  One hundred euros will keep me going until payday.
    Εκατό ευρώ θα με βοηθήσουν ως την ημέρα της μισθοδοσίας.