ενθουσιώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενθουσιώδης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενθουσιώδης

  1. (για πρόσωπο) που έχει και εμφανίζει ενθουσιασμό, μεγάλη όρεξη, χαρά, ενέργεια για κάτι
    ενθουσιώδης κόσμος
  2. (για πράγμα) που γίνεται με ενθουσιασμό
    ενθουσιώδης υποδοχή


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]