Μετάβαση στο περιεχόμενο

θεός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Θεός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θεός οι θεοί
      γενική του θεού των θεών
    αιτιατική τον θεό τους θεούς
     κλητική θεέ (θε) θεοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
απεικόνιση των θεών του Ολύμπου

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θεός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θεός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /θeˈos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θεός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θεός αρσενικό (θηλυκό θεά και θέαινα)

  1. (θρησκεία) αθάνατο ον, με υπεράνθρωπες δυνάμεις και ιδιότητες που του απονέμεται λατρεία
      Το ελληνικό πάνθεο δέχθηκε εκείνη την εποχή περισσότερους ξένους θεούς από ό,τι ποτέ άλλοτε... Από την άλλη πλευρά, οι βάρβαροι όχι μόνο δέχθηκαν και αυτοί τους θεούς των Ελλήνων, αλλά και συγχώνευσαν πολλούς από τους δικούς τους θεούς με τους θεούς των Ελλήνων. Ήταν μια εποχή αναρχικού συγκρητισμού. (Αναστάσιος-Φοίβος Χρηστίδης, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 542)
      Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
  2. (θρησκεία, με κεφαλαίο αρχικό) ο Θεός, το μεταφυσικό παντοδύναμο ον που σύμφωνα με τις μονοθεϊστικές θρησκευτικές ιδέες δημιούργησε τον κόσμο και τον κυβερνά
    χρειάζεται παράθεμα
  3. (μεταφορικά) ό,τι σεβόμαστε ή λατρεύουμε υπερβολικά
    χρειάζεται παράθεμα
  4. (μεταφορικά) άτομο εξαιρετικής ωραιότητας
    χρειάζεται παράθεμα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

όπως

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



    Αρχαία ελληνικά (grc)

    [επεξεργασία]
     πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
    ονομαστική θεός οἱ θεοί
          γενική τοῦ θεοῦ
    θεοῖο (επικός)
    θεόφῐ(ν) (επικός)
    τῶν θεῶν
    θεόφῐ(ν) (επικός)
          δοτική τῷ θε
    θεόφῐ(ν) (επικός)
    τοῖς θεοῖς
    θεοῖσῐ(ν)
    θεόφῐ(ν) (επικός)
        αιτιατική τὸν θεόν τοὺς θεούς
    θεώς
         κλητική ! θεέ, θεός* θεοί
      δυϊκός
    ονομ-αιτ-κλ τὼ  θεώ
    γεν-δοτ τοῖν  θεοῖν
    *Μεταγενέστροι τύποι.
    2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

    Ετυμολογία

    [επεξεργασία]
    θεός, ήδη μυκηναϊκή 𐀳𐀃 (te-o, /tʰeʰos/) < πρωτοελληνική *tʰehós, με δασυντική ανομοίωση < θεματοποίηση του αμφιδυναμικού πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰéh₁-s-(s) ~ *dʰh₁-s-és < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰeh₁- (κάνω, θέτω, τοποθετώ) + *-s.[1] Το -σ- διατηρείται στα θέσ-κελος, θέσ-φατος, θεῖος (< *θέσ-ι̯ος). Ομόρριζα: τίθημι. Συγγενή: παλαιά αρμενική դիք (dikʻ, θεοί), λατινική fēriae (αργίες), fēstus (εορτασικός), fānum (ναός)[2]. Δεν συνδέονται: λατινική deus, θόος, θέω.[3]

    Προφορά

    [επεξεργασία]
    ΔΦΑ : /tʰe.ós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
    τυπογραφικός συλλαβισμός: θεός

    Ουσιαστικό

    [επεξεργασία]

    θεός, -οῦ/οῑο/όφι(ν) αρσενικό

    Άλλες μορφές

    [επεξεργασία]

    Συγγενικά

    [επεξεργασία]

    Απόγονοι

    [επεξεργασία]

    θεός (αρχαία ελληνικά)

    μεσαιωνικά ελληνικά: θεός
    νέα ελληνικά: θεός

    Αναφορές

    [επεξεργασία]
    1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
    2. θεός σελ. 540 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
    3. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.