θεόστραβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεόστραβος < θεός + στραβός

Επίθετο[επεξεργασία]

θεόστραβος

  • αυτός που δεν βλέπει καθόλου, ο τυφλός, αλλά και μεταφορικά, αυτός που δεν βλέπει καλά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]