στραβός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στραβός στραβή στραβό
γενική στραβού στραβής στραβού
αιτιατική στραβό στραβή στραβό
κλητική στραβέ στραβή στραβό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στραβοί στραβές στραβά
γενική στραβών στραβών στραβών
αιτιατική στραβούς στραβές στραβά
κλητική στραβοί στραβές στραβά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στραβός < ελληνιστική κοινή στραβός < αρχαία ελληνική στρεβλός

Επίθετο[επεξεργασία]

στραβός, -ή, -ό

  1. που δεν έχει ευθύγραμμο σχήμα, που παρεκκλίνει από την ευθεία, στρεβλός
    στραβά πόδια
  2. τοποθετημένος λοξά, όχι κανονικά
  3. κακός, λανθασμένος
    πήρε το στραβό δρόμο
  4. (για χαρακτήρα) παράξενος, κακότροπος και/ή ιδιότροπος
    τι στραβός κι ανάποδος άνθρωπος είναι τούτος!
  5. (υβριστικό) τυφλός, που δεν βλέπει
  6. (μεταφορικά) αγράμματος ή απληροφόρητος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]