λοξός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική λοξός λοξή λοξό
γενική λοξού λοξής λοξού
αιτιατική λοξό λοξή λοξό
κλητική λοξέ λοξή λοξό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λοξοί λοξές λοξά
γενική λοξών λοξών λοξών
αιτιατική λοξούς λοξές λοξά
κλητική λοξοί λοξές λοξά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λοξός < αρχαία ελληνική λοξός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɔ.ˈksɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λοξός αρσενικό, -ή, -ό

  1. ο μη ευθύς
  2. (μεταφορικά ) αυτός που έχει ιδιόρρυθμη συμπεριφορά, ανισόρροπος, παλαβός

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λοξός λοξοί
γενική λοξού λοξών
αιτιατική λοξό λοξούς
κλητική λοξέ λοξοί

λοξός

  1. ιδιόρρυθμος, παράξενος, ανισόρροπος



Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λοξός < *λοκ-σος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λοξός

  1. πλάγιος, στρεβλός
  2. μνησίκακος, ύπουλος
  3. αμφίβολος, διλημματικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]