ύπουλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική ύπουλος ύπουλη ύπουλο
γενική ύπουλου ύπουλης ύπουλου
αιτιατική ύπουλο ύπουλη ύπουλο
κλητική ύπουλε ύπουλη ύπουλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ύπουλοι ύπουλες ύπουλα
γενική ύπουλων ύπουλων ύπουλων
αιτιατική ύπουλους ύπουλες ύπουλα
κλητική ύπουλοι ύπουλες ύπουλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ύπουλος < → Η ετυμολογία λείπει.

Υπό την ουλή. Οταν ένα τραύμα μολυνόταν κάτω από την ουλή που άφηνε, δημιουργούσε απόστημα. Αυτού του είδους η μόλυνση ήταν η πιό δύσκολη να θεραπευτεί γιατί δεν φαινόταν. Ηταν μόλυνση κάτω από την ουλή του τραύματος. Ηταν "υπό την ουλή".

Open book 01.svg Επίθετο[]

ύπουλος

  1. αυτός που ενεργεί κρυφά με κακό σκοπό.

32πχ Μεταφράσεις[]