ύπουλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]ύπουλα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ύπουλα
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ύπουλα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ύπουλος