ύπουλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ύπουλη

  1. θηλυκό του ύπουλος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]