Μετάβαση στο περιεχόμενο

πλάγιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πλάγιος η πλάγια
& πλαγία
το πλάγιο
      γενική του πλάγιου
& πλαγίου
της πλάγιας
& πλαγίας
του πλάγιου
& πλαγίου
    αιτιατική τον πλάγιο την πλάγια
& πλαγία
το πλάγιο
     κλητική πλάγιε πλάγια
& πλάγια
πλάγιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πλάγιοι οι πλάγιες τα πλάγια
      γενική των πλάγιων
& πλαγίων
των πλάγιων
& πλαγίων
των πλάγιων
& πλαγίων
    αιτιατική τους πλάγιους
& πλαγίους
τις πλάγιες τα πλάγια
     κλητική πλάγιοι πλάγιες πλάγια
Οι δεύτεροι τύποι, λόγιοι, από την αρχαία κλίση.
Κατηγορία όπως «πλάγιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλάγιος < Ετυμολογίες ανά σημασία.
Σημασία «που έχει κλίση» < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική πλάγιος.[1][2]
Σημασία «που βρίσκεται στο πλάι, κατευθύνεται από το πλάι» < αρχαία ελληνική πλάγιος.[2]
Μεταφορικές σημασίες «έμμεσος, υπαινικτικός, αθέμιτος, αντικανονικός, παράνομος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oblique.[1][2]
Σημασία «τρόπος συγγένειας» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική collatéral.[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpla.ʝi.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλάγιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

πλάγιος, -α / -ία, -ο με επιπλέον λόγιους τύπους

  1. ο μη ευθύς, αυτός που έχει κλίση προς έναν νοητό ή πραγματικό κάθετο άξονα ή πάντως σε σύγκριση με ένα άλλο επίπεδο ή ευθεία αναφοράς, ο κεκλιμένος, ο στραβός, ο λοξός
    (γεωμετρία)
    παράδειγμα  Πλάγια ευθεία προς επίπεδο, ονομάζεται κάθε ευθεία που το τέμνει χωρίς να είναι κάθετη προς αυτό.
    (τυπογραφία)
    παράδειγμα  Τα πλάγια στοιχεία είναι τα κεκλιμένα, τα πλαγιαστά.
    παράδειγμα  η πλάγια γραφή
  2. (συντακτικό) η μη άμεση έκφραση, ο λόγος (πρόταση, ερώτηση) που δεν εκφέρεται στο πρώτο πρόσωπο αλλά μεταφέρεται από άλλον
    παράδειγμα  πλάγιος λόγος (Ο Κώστας είπε να μην έρθεις), πλάγια ερώτηση (Ο Κώστας ρώτησε αν πρέπει να έρθεις ή όχι)
  3. (γραμματική) οι πτώσεις της γενικής, δοτικής και αιτιατικής, σε αντιδιαστολή προς την κυρίως ορθή πτώση της ονομαστικής, επειδή σε αυτές το υποκείμενο δεν συνδέεται άμεσα με το ρήμα αλλά έμμεσα και πλαγίως, υποδηλώνοντας κάποια σχέση (του γένους, της αιτίας κ.λπ.)
    παράδειγμα  Ο τύπος σχηματίσηκε από τις πλάγιες πτώσεις.
  4. ο πλευρικός
    παράδειγμα  άντε πλάγιο βηματισμό (δηλαδή προς τα αριστερά ή δεξιά)
  5. (βυζαντινή μουσική) υποδιαίρεση «ήχων» της βυζαντινής μουσικής
    παράδειγμα  σε ήχο πρώτο πλάγιο
  6. (μουσική, αρμονία) είδος μουσικής πτώσης με την υποδεσπόζουσα (συγχορδία της τέταρτης βαθμίδας) να οδηγεί στην τονική
    παράδειγμα  Ακολουθεί μια coda με πλάγια πτώση.
  7. αυτός που προέρχεται από το πλάι, από αριστερά ή δεξιά
    παράδειγμα  πλάγιος άνεμος (ο αέρας στη μπάντα του πλοίου)
  8. (μεταφορικά) έμμεσος, διακριτικός ή υπαινικτικός και λιγότερο επιθετικός κάτω από τις περιστάσεις
    παράδειγμα  Μην τον προσβάλεις, πες του το με πλάγιο τρόπο.
    παράδειγμα  Του έριξε βουβά ένα πλάγιο βλέμμα που έλεγε πολλά.
  9. (μεταφορικά) ανήθικος, ύπουλος, παράνομος ή παράτυπο, αυτό που παρακάμπτει την ευθεία και συνήθη οδό
    παράδειγμα  Μπορείς να τον καταφέρεις και με πλάγιο τρόπο.
    παράδειγμα  Μετήλθε πλάγια μέσα για να προσληφθεί.
    παράδειγμα  Πήρε προαγωγή δια της πλαγίας οδού.
  10. τρόπος συγγένειας
    παράδειγμα  Οι πλάγιοι συγγενείς είναι οι εξ αγχιστείας, οι μη εξ αίματος.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 3 πλάγιος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. 1 2 3 πλάγιος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική πλάγιος πλαγί
& πλάγιος
τὸ πλάγιον
      γενική τοῦ πλαγίου τῆς πλαγίᾱς
& πλαγίου
τοῦ πλαγίου
      δοτική τῷ πλαγί τῇ πλαγί
& πλαγί
τῷ πλαγί
    αιτιατική τὸν πλάγιον τὴν πλαγίᾱν
& πλάγιον
τὸ πλάγιον
     κλητική ! πλάγιε πλαγί
& πλάγιε
πλάγιον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ πλάγιοι αἱ πλάγιαι
& πλάγιοι
τὰ πλάγι
      γενική τῶν πλαγίων τῶν πλαγίων
& πλαγίων
τῶν πλαγίων
      δοτική τοῖς πλαγίοις ταῖς πλαγίαις
& πλαγίοις
τοῖς πλαγίοις
    αιτιατική τοὺς πλαγίους τὰς πλαγίᾱς
& πλαγίους
τὰ πλάγι
     κλητική ! πλάγιοι πλάγιαι
& πλάγιοι
πλάγι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πλαγίω τὼ πλαγί
& πλαγίω
τὼ πλαγίω
      γεν-δοτ τοῖν πλαγίοιν τοῖν πλαγίαιν
& πλαγίοιν
τοῖν πλαγίοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'δίκαιος' όπως «δίκαιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πλάγιος < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *plә₂-g-jo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pelā-/pelә₂-/plā- (ευρύς, πλατύς, επίπεδος, απλώνω).[1] Δείτε τις σημειώσεις για περισσότερα.
Ομόρριζα: παλάμη, παλαστή, πέλανος, αρχαία ελληνικά πλάγος (πλαγιά), πέλαγος, πλάξ, πλήσσω. Συγγενή: λατινική palma (παλάμη), λατινική plaga (χώρα, δίχτυ που απλώνεται πλαγίως), γερμανική flach (επίπεδος).[2]

Επίθετο

[επεξεργασία]

πλάγιος, -α, -ον & - ος, -ος, -ον

  1. πλαγίως διατεταγμένος, εγκαρσίως τοποθετημένος, καθέτως
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 7, 59
    ἔκλῃον οὖν τόν τε λιμένα εὐθύς τὸν μέγαν, ἔχοντα τὸ στόμα ὀκτώ σταδίων μάλιστα, τριήρεσι πλαγίαις καὶ πλοίοις καὶ ἀκάτοις ἐπ᾽ ἀγκυρῶν ὁρμίζοντες
    ήρχισαν λοιπόν να κλείουν το στόμιο του λιμένος, το οποίο είχε μάλιστα πλάτος περίπου οκτώ σταδίων, τοποθετούντες πλαγίως εις αυτό τριήρεις και μεγάλα και μικρά πλοία, τα οποία εστερέωναν δι' αγκύρων
    Aπόδοση: Ελευθέριος Βενιζέλος
  2. κεκλιμένος, κατηφορικός
  3. (μεταφορικά) δόλιος, πλανερός

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
Μορφολογικά
Στον τύπο πλα-γ-ιος το πρώτο φωνήεν της ρίζας *pelā- βρίσκεται στην μηδενική βαθμίδα ενώ το δεύτερο στην συνεσταλμένη βαθμίδα και παρουσιάζει ηχηρή ουρανική παρέκταση -γ- όπως στον τύπο πέλα-γ-ος και την κατάληξη -ιος. Το επιθέτο παρήχθη από κάποιο άγνωστο όνομα με σημασία «οριζόντια επιφάνεια» συνδεδεμένο με την λατινική plaga.[1]
Σημασιολογικά
Ο τύπος αρχικά σήμαινε «επίπεδος, απλωμένος, οριζόντιος», μετά «μη κάθετος, ορθός», μετά «που έχει κλίση, πλαγιαστός, λοξός» και μετά μεταφορικά «μη ευθύς, έμμεσος, διστακτικός, δόλιος, παράνομος».[1]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 3 Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.