λιμήν
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| λῐμην-, λῐμεν- | |||||
| ονομαστική | ὁ | λιμήν | οἱ | λιμένες | |
| γενική | τοῦ | λιμένος | τῶν | λιμένων | |
| δοτική | τῷ | λιμένῐ | τοῖς | λιμέσῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὸν | λιμένᾰ | τοὺς | λιμένᾰς | |
| κλητική ὦ! | λιμήν | λιμένες | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | λιμένε | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | λιμένοιν | |||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ποιμήν' όπως «ποιμήν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λιμήν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *léymō (λίμνη). Ομόρριζα: λίμνη, λειμών.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /li.mɛ̌ːn/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λῐ‐μήν
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λιμήν, -ένος αρσενικό
- λιμένας, λιμάνι
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 358
- ἐν δὲ λιμὴν εὔορμος, ὅθεν τ᾽ ἀπὸ νῆας ἐΐσας
- Έχει λιμάνι απάνεμο, όπου τα πλοία ισόρροπα
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ἐν δὲ λιμὴν εὔορμος, ὅθεν τ᾽ ἀπὸ νῆας ἐΐσας
- ※ 7ος πκε αιώνας ⌘ Ἡσίοδος, (αποδίδεται) Ἀσπὶς Ἡρακλέουςw, 207
- Ἐν δὲ λιμὴν εὔορμος ἀμαιμακέτοιο θαλάσσης
- Μα και λιμάνι μ᾽ όρμους καλούς ήτανε σκαλισμένο εκεί σε θάλασσα ακατάβλητη
- Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
- Ἐν δὲ λιμὴν εὔορμος ἀμαιμακέτοιο θαλάσσης
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος, στίχ. 420
- βοῆς δὲ τῆς σῆς ποῖος οὐκ ἔσται λιμήν, | ποῖος Κιθαιρὼν οὐχὶ σύμφωνος τάχα,
- Θ᾽ αντιλαλήσουν οι κορφές του Κιθαιρώνα | και τα λιμάνια θ᾽ αντηχήσουν στεναγμούς
- Μετάφραση (2000): Κ. Χ. Μύρης, Αθήνα: ΟΕΔΒ @greek‑language.gr
- βοῆς δὲ τῆς σῆς ποῖος οὐκ ἔσται λιμήν, | ποῖος Κιθαιρὼν οὐχὶ σύμφωνος τάχα,
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 358
- (μεταφορικά) λιμάνι, καταφύγιο
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἀνδρομάχη, στίχ. 891 (891-892)
- ὦ ναυτίλοισι χείματος λιμὴν φανεὶς | Ἀγαμέμνονος παῖ
- Ω τέκνο του Αγαμέμνονα | που φάνηκες καθώς λιμάνι σε θαλασσινούς | μες στη φουρτούνα
- Μετάφραση (1994): Γιώργος Γεραλής, Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος @greek‑language.gr
- ὦ ναυτίλοισι χείματος λιμὴν φανεὶς | Ἀγαμέμνονος παῖ
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἀνδρομάχη, στίχ. 891 (891-892)
- (μεταφορικά) αγγείο, δοχείο, ταμείο (μέρος φύλαξης ή συγκέντρωσης)
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Πέρσαι, στίχ. 250
- ὦ Περσὶς αἶα καὶ πολὺς πλούτου λιμήν
- ω της Περσίας γη, λιμάνι τόσου πλούτου
- Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greek‑language.gr
- ὦ Περσὶς αἶα καὶ πολὺς πλούτου λιμήν
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Πέρσαι, στίχ. 250
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- λιμήν - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- λιμήν - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ποιμήν' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιμήν' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιμήν' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μήν (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησίοδο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)