υπαινικτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπαινικτικός < υπαινίσσομαι
Επίθετο
[επεξεργασία]υπαινικτικός
- που κάνει υπαινιγμό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπαινικτικός
|
|
υπαινικτικός
|
|