αρμονία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρμονία οι αρμονίες
      γενική της αρμονίας των αρμονιών
    αιτιατική την αρμονία τις αρμονίες
     κλητική αρμονία αρμονίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρμονία < αρχαία ελληνική ἁρμονία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρμονία θηλυκό

  1. η συμμετρία που παρατηρείται στη σχέση (σχεδόν πάντα αφορά ελάχιστα κοινά πολλαπλάσια) κάποιων μεταξύ τους και με το όλον
    • το να "χωράει εφαρμοστά" κάτι μέσα σε κάτι άλλο καθώς μεταβάλλεται σύμφωνα με ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο ή την χρυσή τομή ή βάση αλγορίθμου ή συνάντησης
    αντώνυμα: δυσαρμονία
  2. (μουσική) το ταίριασμα των μουσικών φθόγγων (σχεδόν πάντα αφορά ελάχιστα κοινά πολλαπλάσια), ώστε να παράγεται ευχάριστο άκουσμα
    αντώνυμα: δυσαρμονία, παραφωνία
  3. ομόνοια, σύμπνοια
  4. ηρεμία, γαλήνη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]