συμμετρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συμμετρία οι συμμετρίες
      γενική της συμμετρίας των συμμετριών
    αιτιατική τη συμμετρία τις συμμετρίες
     κλητική συμμετρία συμμετρίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμμετρία < αρχαία ελληνική συμμετρία < σύμμετρος < σύν + μέτρον (σε κάποιες σημασίες: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική symétrie)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμμετρία θηλυκό

  1. (γεωμετρία) η πλήρης αντιστοιχία όλων των σημείων ενός σχήματος ή στερεού σε σχέση με κάποιον νοητό άξονα, σημείο ή επίπεδο αναφοράς
  2. η αρμονία που συνεπάγεται απ’ αυτή τη σχέση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]