μέτρον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέτρον < αρχαία ελληνική μέτρον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meh₁- (μετρώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέτρον ουδέτερο


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μέτρον μέτρω μέτρα
Γενική μέτρου μέτροιν μέτρων
Δοτική μέτρ μέτροιν μέτροις
Αιτιατική μέτρον μέτρω μέτρα
Κλητική μέτρον μέτρω μέτρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέτρον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meh₁- (μετρώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέτρον ουδέτερο

  1. μονάδα μέτρησης
  2. μέτρο, κανόνας
  3. εμβαδόν
  4. έκταση
  5. το μέσο ανάμεσα σε δύο άκρα
  6. αναλογία, συμμετρία
  7. αρμοδιότητα
  8. ρυθμικός χαρακτήρας του στίχου με εναλλαγή βραχύχρονων και μακρόχρονων συλλαβών σε ποιήματα

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]