Μετάβαση στο περιεχόμενο

κανόνας

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κάνονας

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κανόνας οι κανόνες
      γενική του κανόνα των κανόνων
    αιτιατική τον κανόνα τους κανόνες
     κλητική κανόνα κανόνες
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κανόνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κανών (χάρακας, πρότυπο, ελληνιστική σημασία: γενικός νόμος)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaˈno.nas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κανόνας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κανόνας αρσενικό

  1. ρυθμίσεις, νόμοι η άλλες αρχές που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται κάτι
    παράδειγμα  οι κανόνες καλής συμπεριφοράς
     δείτε και τη λέξη κανονισμός
  2. αυτό που είναι το συνηθισμένο, που συνήθως συμβαίνει, σε αντίθεση με την εξαίρεση
    παράδειγμα  η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα
     συνώνυμα: νόρμα
  3. ο επίσημος κατάλογος βιβλίων που θεωρούνται γνήσια
    1. (φιλολογία) μιας λογοτεχνικής περιόδου ή ενός συγγραφέα
        Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.
      Σύνοψη του βιβλίου Από το λαϊκό ανάγνωσμα στην εθνική φιλολογία του Αλέξανδρου Κατσίγιαννη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2025
    2. (χριστιανισμός) τα βιβλία της Βίβλου που θεωρούνται γνήσια από την Εκκλησία
  4. (γραφική ύλη) μακρύ ορθογώνιο όργανο συνήθως από ξύλο ή μέταλλο που χρησιμοποιείται για τη χάραξη ευθειών γραμμών
    παράδειγμα  σχεδιάζουμε με κανόνα και διαβήτη
     συνώνυμα: χάρακας
  5. (μουσική, χριστιανισμός) εκκλησιαστικός ύμνος που αποτελείται από εννέα ωδές, οι οποίες αντιστοιχούσαν αρχικά με τις εννέα ωδές της Βίβλου
  6. (μουσική) μουσικό είδος στο οποίο η μελωδία επαναλαμβάνεται από περισσότερες φωνές ώστε να αλληλοσυμπλέκονται

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
κανον- 

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]