κανόνας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | κανόνας | οι | κανόνες |
| γενική | του | κανόνα | των | κανόνων |
| αιτιατική | τον | κανόνα | τους | κανόνες |
| κλητική | κανόνα | κανόνες | ||
| Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κανόνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κανών (χάρακας, πρότυπο, ελληνιστική σημασία: γενικός νόμος)
- για εκκλησιαστικές σημασίες < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κανών
- για νεότερους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική règle ή από την αγγλική rule[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kaˈno.nas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐νό‐νας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κανόνας αρσενικό
- ρυθμίσεις, νόμοι η άλλες αρχές που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται κάτι
οι κανόνες καλής συμπεριφοράς- → δείτε και τη λέξη κανονισμός
- αυτό που είναι το συνηθισμένο, που συνήθως συμβαίνει, σε αντίθεση με την εξαίρεση
- ο επίσημος κατάλογος βιβλίων που θεωρούνται γνήσια
- (φιλολογία) μιας λογοτεχνικής περιόδου ή ενός συγγραφέα
- ※ Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.
- Σύνοψη του βιβλίου Από το λαϊκό ανάγνωσμα στην εθνική φιλολογία του Αλέξανδρου Κατσίγιαννη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2025
- ※ Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.
- (χριστιανισμός) τα βιβλία της Βίβλου που θεωρούνται γνήσια από την Εκκλησία
- βιβλικός κανόνας στη Βικιπαίδεια

- βιβλικός κανόνας στη Βικιπαίδεια
- (φιλολογία) μιας λογοτεχνικής περιόδου ή ενός συγγραφέα
- (γραφική ύλη) μακρύ ορθογώνιο όργανο συνήθως από ξύλο ή μέταλλο που χρησιμοποιείται για τη χάραξη ευθειών γραμμών
σχεδιάζουμε με κανόνα και διαβήτη- ≈ συνώνυμα: χάρακας
- κανόνας (γεωμετρία) στη Βικιπαίδεια

- κανόνας (γεωμετρία) στη Βικιπαίδεια
- (μουσική, χριστιανισμός) εκκλησιαστικός ύμνος που αποτελείται από εννέα ωδές, οι οποίες αντιστοιχούσαν αρχικά με τις εννέα ωδές της Βίβλου
- (μουσική) μουσικό είδος στο οποίο η μελωδία επαναλαμβάνεται από περισσότερες φωνές ώστε να αλληλοσυμπλέκονται
- κανόνας (μουσική) στη Βικιπαίδεια

- κανόνας (μουσική) στη Βικιπαίδεια
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- κατά κανόνα: συνήθως, τις περισσότερες φορές
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
κανον-
κανον-
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γενική αρχή
όργανο σχεδίασης γραμμών
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κανόνας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αγώνας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φιλολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Χριστιανισμός (νέα ελληνικά)
- Γραφική ύλη (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)