κανών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανών αρσενικό



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κανών κανόνε κανόνες
Γενική κανόνος κανόνοιν κανόνων
Δοτική κανόνι κανόνοιν κανόσι(ν)
Αιτιατική κανόνα κανόνε κανόνας
Κλητική κανών κανόνε κανόνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανών < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανών αρσενικό

  1. ίσια βέργα που χρησιμοποιείται για να κρατά κάτι σε ευθεία
  2. κανόνας