κανονίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανονίζω < κανόνας + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κανονίζω, παρατ.: κανόνιζα, στιγμ. μέλλ.: θα κανονίσω, αόρ.: κανόνισα , παθ.φωνή: κανονίζομαι , μτχ.π.π.: κανονισμένος

  1. προγραμματίζω μια μελλοντική ενέργεια, συχνά μαζί με άλλους
    πότε θα κανονίσουμε να βρεθούμε;
  2. τιμωρώ ή συνετίζω κάποιον
    θα τον κανονίσω εγώ που τόλμησε να μου μιλήσει έτσι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]